00 Μαστίγιο από την Εφορία με νέο ποινολόγιο-φωτιά!

Πρόστιμα-φωτιά για όσες επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες δεν κόβουν αποδείξεις για συναλλαγές αξίας έως 5.000 ευρώ προβλέπει απ

Πρόστιμα-φωτιά για όσες επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες δεν κόβουν αποδείξεις για συναλλαγές αξίας έως 5.000 ευρώ προβλέπει από το 2014 ο νέος Κώδικας Φορολογικών Διαδικασιών. Για κάθε απόδειξη αξίας από... 0,01 ευρώ έως και 5.000 ευρώ, η οποία δεν θα εκδίδεται, από φέτος το πρόστιμο θα ανέρχεται σε 1.000 ευρώ, αν ο παραβάτης τηρεί βιβλίο Εσόδων - Εξόδων, ή σε 2.500 ευρώ, αν τηρεί διπλογραφικά βιβλία (πρώην γ' κατηγορίας).

 

Σε κάθε περίπτωση κατά την οποία ο αριθμός των αποδείξεων που δεν εκδόθηκαν είναι μεγάλος, δηλαδή υπερβαίνει τις 15 στον πρώτο φορολογικό έλεγχο και τις 30 στον δεύτερο φορολογικό έλεγχο, δεν θα προβλέπεται πλέον κανένα πλαφόν στο συνολικό ποσό των προστίμων, με αποτέλεσμα η επιβάρυνση του παραβάτη να εκτοξεύεται στα ύψη!

Ειδικότερα, οι αλλαγές που ξεκίνησαν από την Πρωτοχρονιά στα φοροπρόστιμα είναι οι εξής:

1. Μη έκδοση - ανακριβής έκδοση φορολογικών στοιχείων. Για κάθε απόδειξη που δεν εκδίδεται και η αξία της δεν υπερβαίνει τα 5.000 ευρώ η Εφορία θα επιβάλλει πρόστιμο 1.000 ευρώ, εφόσον ο παραβάτης τηρεί απλογραφικά στοιχεία (πρώην βιβλία β΄ κατηγορίας), και 2.500 ευρώ, εφόσον ο παραβάτης τηρεί διπλογραφικά βιβλία (πρώην βιβλία γ΄ κατηγορίας). Σήμερα το πρόστιμο για την πρώτη κατηγορία ανέρχεται σε 800 ευρώ για κάθε μη εκδοθείσα απόδειξη και για τη δεύτερη κατηγορία σε 1.200 ευρώ, με τη διαφορά όμως ότι ισχύει πλαφόν που ανέρχεται στο 15πλάσιο του προστίμου. Για παράδειγμα, καταστηματάρχης που θα εντοπιστεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2013 να μην έχει εκδώσει 30 αποδείξεις αξίας έως 5.000 ευρώ η καθεμία θα βρεθεί αντιμέτωπος με την επιβολή πρόστιμου ύψους 12.000 ευρώ. Αν η παράβαση βεβαιωθεί μετά την 1η Ιανουαρίου 2014, το πρόστιμο εκτοξεύεται στα 30.000 ευρώ. Για μη έκδοση ή ανακριβή έκδοση στοιχείου που η αξία της υπερβαίνει τα 5.000 ευρώ το πρόστιμο ανέρχεται στο 40% της αξίας της συναλλαγής ή του μέρους αυτής που αποκρύφτηκε, με ελάχιστο ύψος προστίμου τα 2.500 ευρώ.

2. Οταν ο φορολογούμενος:
α) Δεν υποβάλει ή υποβάλει εκπρόθεσμα δήλωση πληροφοριακού χαρακτήρα ή φορολογική δήλωση από την οποία δεν προκύπτει φορολογική υποχρέωση καταβολής φόρου,
β) δεν υποβάλει ή υποβάλει εκπρόθεσμα φορολογική δήλωση,
γ) δεν υποβάλει ή υποβάλει εκπρόθεσμα δήλωση παρακράτησης φόρου,
δ) δεν ανταποκριθεί σε αίτημα της Φορολογικής Διοίκησης για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων,
ε) δεν συνεργαστεί στη διάρκεια φορολογικού ελέγχου,
στ) δεν γνωστοποιήσει στη Φορολογική Διοίκηση τον διορισμό του φορολογικού εκπροσώπου του,
ζ) δεν προβαίνει σε εγγραφή στο φορολογικό μητρώο ή εγγράφεται στο φορολογικό μητρώο περισσότερες φορές,
η) δεν συμμορφώνεται με κάθε υποχρέωση σχετική με την τήρηση βιβλίων και την έκδοση στοιχείων,
επιβάλλονται πρόστιμα ως εξής:
- 100 ευρώ σε περίπτωση μη υποβολής ή εκπρόθεσμης υποβολής δήλωσης από την οποία δεν προκύπτει φορολογική υποχρέωση.
- 100 ευρώ για κάθε άλλη παράβαση, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος δεν είναι υπόχρεος τήρησης λογιστικών βιβλίων,
- 1.000 ευρώ για κάθε άλλη παράβαση, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση απλοποιημένα λογιστικά πρότυπα και
- 2.500 ευρώ για κάθε άλλη παράβαση, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση πλήρη λογιστικά πρότυπα.
Σε περίπτωση υποτροπής της ίδιας παράβασης εντός πέντε ετών, το πρόστιμο ανέρχεται στο διπλάσιο του αρχικού προστίμου. Σε περίπτωση δεύτερης υποτροπής εντός πέντε ετών, το πρόστιμο ανέρχεται στο τετραπλάσιο του αρχικού προστίμου.

3. Εκπρόθεσμη καταβολή: Αν οποιοδήποτε ποσό φόρου δεν καταβληθεί το αργότερο εντός δύο μηνών από την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας καταβολής, υπολογίζεται πρόστιμο ίσο με ποσοστό 10% του φόρου που δεν καταβλήθηκε εμπρόθεσμα. Μετά την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας καταβολής το παραπάνω πρόστιμο ανέρχεται σε 20% του φόρου. Μετά την πάροδο δύο ετών ανέρχεται σε 30% του φόρου. Το πρόστιμο αυτό υπολογίζεται και στις περιπτώσεις εκπρόθεσμης υποβολής δήλωσης με βάση τον χρόνο κατά τον οποίο έληγε η σχετική προθεσμία υποβολής. Επιπλέον ο φορολογούμενος υποχρεούται να καταβάλει τόκους για το ποσό του φόρου από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας έως την ημερομηνία καταβολής του φόρου. Το ύψος του τόκου θα ορίζεται από τον υπ. Οικονομικών και αναμένεται να είναι ανάλογο αυτού που πληρώνει το Δημόσιο όταν καθυστερεί πληρωμές, το οποίο σήμερα ανέρχεται σε 8,75% ετησίως, δηλαδή 0,72% ανά μήνα, άρα μικρότερο του 1% που ισχύει σήμερα.

4. Ανακριβής δήλωση: Οταν το ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση υπολείπεται του φόρου με βάση το διορθωτικό προσδιορισμό φόρου, ο φορολογούμενος υπόκειται σε πρόστιμο στη διαφορά φόρου ως εξής:
α) 10% του ποσού της διαφοράς, εάν το ποσό ανέρχεται σε ποσοστό 5%-20% του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση,
β) 30% του ποσού της διαφοράς, εάν το ποσό ανέρχεται σε ποσοστό πάνω από 20% του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση,
γ) 100% του ποσού της διαφοράς, εάν το ποσό ανέρχεται σε ποσοστό το 50% του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση και η ανακρίβεια οφείλεται σε πρόθεση του φορολογούμενου.

5. Μη υποβολή δήλωσης: Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης από την οποία θα προέκυπτε υποχρέωση καταβολής φόρου επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το ποσό του φόρου που αναλογεί στη μη υποβληθείσα δήλωση. Επί εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου το πρόστιμο ανέρχεται στο 20% του φόρου.

6. Μη καταβολή παρακρατούμενων φόρων: Οταν δεν αποδίδεται παρακρατηθείς φόρος μέσα στη νόμιμη προθεσμία για καταβολή, στον υπόχρεο επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το ποσό του φόρου που δεν αποδόθηκε.

7. Εκδοση πλαστών φορολογικών στοιχείων: Το πρόστιμο ως προς την αξία ή όταν σφραγιστεί ή θεωρηθεί με μη νόμιμο τρόπο ανέρχεται στο 100% της αξίας των στοιχείων. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση το πρόστιμο ανέρχεται σε 1.000 ευρώ για κάθε εκδοθέν στοιχείο, εφόσον ο παραβάτης τηρεί απλογραφικά στοιχεία, και 2.500 ευρώ για κάθε εκδοθέν στοιχείο, εφόσον ο παραβάτης τηρεί διπλογραφικά στοιχεία.

8. Εικονικά φορολογικά στοιχεία ως προς την αναγραφείσα συναλλαγή. Το πρόστιμο ανέρχεται σε 500 ευρώ ανά στοιχείο με ανώτατο ύψος τα 50.000 ευρώ ανά φορολογικό έτος.

9. Λοιπές αυτοτελείς παραβάσεις (έκδοση αθεώρητων φορολογικών στοιχείων, μη καταχώρηση φορολογικού στοιχείου στα βιβλία κ.λπ.): Το πρόστιμο ανέρχεται σε:
- 1.000 ευρώ για κάθε παράβαση, εφόσον ο παραβάτης τηρεί απλογραφικά βιβλία.
- 2.500 ευρώ για κάθε παράβαση, εφόσον ο παραβάτης τηρεί διπλογραφικά βιβλία.

Ποιες παράνομες δραστηριότητες θα θεωρούνται πλέον φοροδιαφυγή και ποια ποσά αφορούν

Φοροδιαφυγή θεωρείται πλέον η μη υποβολή δήλωσης ή η υποβολή ανακριβούς δήλωσης που έχει ως αποτέλεσμα τη μη καταβολή φόρου τουλάχιστον 10.000 ευρώ ανά φορολογικό έτος για φυσικά πρόσωπα ή όσους τηρούν απλογραφικά βιβλία και τουλάχιστον 60.000 ευρώ ανά φορολογικό έτος εφόσον πρόκειται για υπόχρεους τήρησης διπλογραφικών βιβλίων.

Πιο αναλυτικά φοροδιαφυγή θεωρείται πλέον:

α) Η απόκρυψη καθαρών εισοδημάτων από οποιαδήποτε πηγή με μη υποβολή δήλωσης ή με υποβολή ανακριβούς δήλωσης και με σκοπό τη μη πληρωμή φόρου εισοδήματος. Ως απόκρυψη καθαρών εισοδημάτων νοείται και η περίπτωση κατά την οποία καταχωρίζονται στα βιβλία ανύπαρκτες ή εικονικές ολικά ή μερικά δαπάνες ή γίνεται επίκληση στη φορολογική δήλωση τέτοιων δαπανών, ώστε να μην εμφανίζονται καθαρά εισοδήματα ή να εμφανίζονται αυτά μειωμένα. Απόκρυψη εισοδημάτων θεωρείται η μη υποβολή δήλωσης ή η υποβολή ανακριβούς δήλωσης που έχει ως αποτέλεσμα τη μη καταβολή ποσού φόρου τουλάχιστον 10.000 ευρώ ανά φορολογικό έτος, εφόσον πρόκειται για φυσικά πρόσωπα ή υπόχρεους τήρησης απλογραφικών βιβλίων, και τουλάχιστον 60.000 ευρώ ανά φορολογικό έτος, εφόσον πρόκειται για υπόχρεους τήρησης διπλογραφικών βιβλίων.

β) Η μη απόδοση, ανακριβής απόδοση, συμψηφισμός, έκπτωση ή διακράτηση ΦΠΑ και παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, καθώς και η μη υποβολή δήλωσης ή η υποβολή ανακριβούς δήλωσης με σκοπό τη μη πληρωμή των παραπάνω φόρων τελών ή εισφορών. Ως μη απόδοση, ανακριβής απόδοση, συμψηφισμός, έκπτωση ή διακράτηση θεωρείται η μη απόδοση, ανακριβής απόδοση, συμψηφισμός, έκπτωση ή διακράτηση για κάθε φορολογικό έτος ή διαχειριστική περίοδο και για καθεμία φορολογία τουλάχιστον 10.000 ευρώ, εφόσον πρόκειται για φυσικά πρόσωπα ή υπόχρεους τήρησης απλογραφικών βιβλίων, και τουλάχιστον 60.000 ευρώ, εφόσον πρόκειται για υπόχρεους τήρησης διπλογραφικών βιβλίων.

γ) Η είσπραξη επιστροφής των παραπάνω φόρων από τη Φορολογική Διοίκηση έπειτα από παραπλάνηση της Φορολογικής Διοίκησης με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων.

δ) Η έκδοση πλαστών φορολογικών στοιχείων καθώς και η νόθευση φορολογικών στοιχείων. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο χωρίς να έχει καταχωριστεί στα οικεία βιβλία της Φορολογικής Διοίκησης σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν οι αξίες που αναγράφονται στο πρωτότυπο και στο αντίτυπο αυτού, το οποίο χρησιμοποιείται για φορολογικούς σκοπούς, είναι διαφορετικές.

ε) Η έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων και η αποδοχή αυτών. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας.

στ) Η μη έκδοση ή ανακριβής έκδοση παραστατικών στοιχείων, εφόσον η συνολική αποκρυβείσα αξία ανέρχεται τουλάχιστον σε 5.000 ευρώ.

ζ) Η απόκρυψη στοιχείων που αποτελούν αντικείμενο ή συνθέτουν το αντικείμενο του ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων με μη υποβολή δήλωσης ή με υποβολή ανακριβούς δήλωσης και με σκοπό τη μη πληρωμή του ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων. Για την εφαρμογή της παρούσας περίπτωσης, απόκρυψη θεωρείται η μη απόδοση για κάθε φορολογικό έτος ποσού φόρου τουλάχιστον 5.000 ευρώ.

η) Η απόκρυψη στοιχείων που αποτελούν αντικείμενο ή συνθέτουν το αντικείμενο του ειδικού φόρου ακινήτων (ν. 3091/2002) με μη υποβολή δήλωσης ή με υποβολή ανακριβούς δήλωσης και με σκοπό τη μη πληρωμή του ειδικού φόρου ακινήτων.

θ) Η απόκρυψη οποιασδήποτε φορολογητέας ύλης με μη υποβολή δήλωσης ή με υποβολή ανακριβούς δήλωσης και με σκοπό τη μη πληρωμή οποιουδήποτε άλλου φόρου. Απόκρυψη θεωρείται η μη απόδοση για κάθε φορολογικό έτος ή κάθε φορολογική υπόθεση ποσού φόρου τουλάχιστον 5.000 ευρώ.

Θα ελέγχονται λογαριασμοί, κάρτες, δόσεις και έξοδα!

Δικαιώματα άμεσης πρόσβασης σε όλα τα στοιχεία για τα εισοδήματα, τα λοιπά έσοδα και τις δαπάνες των επαγγελματιών αλλά και των φυσικών προσώπων αποκτούν πλέον οι φορολογικές Αρχές της χώρας. Η ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών θέτει από 1ης Ιανουαρίου 2014 σε εφαρμογή νέες -αμερικανικής προέλευσης- μεθόδους ελέγχου για τον έμμεσο προσδιορισμό των εσόδων, των εισοδημάτων και -εν τέλει- των υποχρεώσεων των φορολογουμένων. Με τις μεθόδους αυτές, οι ελεγκτές της Εφορίας θα χρησιμοποιούν νέου τύπου «τεκμήρια» για τον προσδιορισμό των πραγματικών εισοδημάτων των φυσικών προσώπων.

Συγκεκριμένα, οι φοροελεγκτές θα λαμβάνουν υπόψη τους για κάθε φορολογούμενο που θα ελέγχουν στοιχεία που αφορούν:

- Τις δαπάνες για την πληρωμή λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος, ύδρευσης και τηλεφώνων,
- τις δαπάνες για την εξόφληση δόσεων δανείων και πιστωτικών καρτών,
- τις δαπάνες για την αποπληρωμή υποχρεώσεων προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία,
- τα έξοδα που πραγματοποιούνται, με την καταβολή μετρητών ή μέσω χρεωστικών καρτών, για την αποπληρωμή ασφαλιστικών συμβολαίων, διδάκτρων και νοσηλίων,
- λοιπά έξοδα διαβίωσης, όπως δαπάνες για ταξίδια, επισκευή και συντήρηση ακινήτων, οχημάτων, σκαφών αναψυχής κ.λπ.
- όλες τις δαπάνες για την απόκτηση νέων περιουσιακών στοιχείων,
- το ύψος των καταθέσεων στις τράπεζες και τις λοιπές αποταμιεύσεις των φορολογουμένων.

Ολα τα παραπάνω δεδομένα θα χρησιμοποιούνται για τον επαναπροσδιορισμό των εισοδημάτων των ελεγχομένων.

Σε όσες περιπτώσεις τα τεκμαρτά εισοδήματα που θα προσδιορίζονται με τις μεθόδους αυτές είναι μεγαλύτερα από τα δηλωθέντα, οι φορολογούμενοι θα υποχρεώνονται να πληρώνουν υπέρογκα ποσά πρόσθετων φόρων και προσαυξήσεων.

Με τις «έμμεσες τεχνικές ελέγχου» θα προσδιορίζονται με έμμεσο, τεκμαρτό τρόπο όχι μόνο τα καθαρά εισοδήματα, αλλά και τα ακαθάριστα έσοδα των μικρομεσαίων επιτηδευματιών, δηλαδή των ατομικών εμπορικών επιχειρήσεων και των ελεύθερων επαγγελματιών. Παράλληλα, όμως, οι τεχνικές αυτές θα εφαρμόζονται και για τον έμμεσο προσδιορισμό των καθαρών φορολογητέων εισοδημάτων των μισθωτών, των συνταξιούχων, των εισοδηματιών και των αγροτών.

Στέλιος Κράλογλου

Πηγή: dimokratianews.gr