Παράθυρο διαφυγής από πρόστιμα για αποδείξεις

Ούτε ένα ευρώ πρόστιμο σε γιατρούς και άλλους ελεύθερους επαγγελματίες για μη έκδοση απόδειξης μετά την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου. Για...
Ούτε ένα ευρώ πρόστιμο σε γιατρούς και άλλους ελεύθερους επαγγελματίες για μη έκδοση απόδειξης μετά την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου. Γιατί κινδυνεύουν μόνο με ποινή φυλάκισης, εφόσον πιαστούν όμως για μεγάλα ποσά. Πώς απαλλάσσονται από τις διοικητικές ποινές.

Σήμερα, αν ένας ελεγκτής του υπουργείου Οικονομικών κάνει προληπτικό έλεγχο για την έκδοση αποδείξεων σε έναν γιατρό και διαπιστώσει ότι δεν έχει εκδώσει πέντε αποδείξεις, το πρώτο που μπορεί να κάνει είναι να βεβαιώσει πρόστιμο πέντε επί 250 ευρώ, ή 1.250 ευρώ.

Από την ερχόμενη Δευτέρα, μετά την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου και εφόσον δεν υπάρξει τροποποίηση των επίμαχων διατάξεων, ο ελεγκτής δεν μπορεί να επιβάλει ούτε ένα ευρώ πρόστιμο στον συγκεκριμένο επαγγελματία.

Το ίδιο και σε κάθε γιατρό, οι υπηρεσίες του οποίου απαλλάσσονται από ΦΠΑ (νομίμως), αλλά προφανώς αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωσή του να εκδίδει αποδείξεις.

Το ίδιο και για κάθε ελεύθερο επαγγελματία ο οποίος είχε τζίρο έως 10.000 ευρώ και με μια απλή διαδικασία πλέον μπορεί να έχει εξαίρεση από το καθεστώς ΦΠΑ (σύντομα αναμένεται αύξηση του ορίου στα 20.000 ευρώ, για λόγους περιορισμού του διοικητικού κόστους).

Με τις αλλαγές τις οποίες εισάγει στο πεδίο των διοικητικών ποινών για μη έκδοση αποδείξεων, το πολυνομοσχέδιο, όποιος δεν εκδίδει αποδείξεις και παράλληλα δεν υπάγεται σε καθεστώς ΦΠΑ, δεν χρειάζεται να ανησυχεί καθόλου για το αν θα του επιβληθεί πρόστιμο.

Αν η φοροδιαφυγή που διαπράττει εμπίπτει στις διατάξεις περί ποινικών κυρώσεων και ειδικότερα αν η απόκρυψη εισοδήματος είναι πάνω από 100.000 ευρώ, δεν έχει αποδώσει ΦΠΑ πάνω από 50.000 ευρώ ή δεν έχει εκδώσει αποδείξεις πάνω από 10.000 ευρώ σε ετήσια βάση, κινδυνεύει με φυλακή. Αν όμως απλώς εντοπιστεί να μην έχει κόψει δέκα αποδείξεις σε μια μέρα, σε επίπεδο προστίμου δεν συμβαίνει τίποτα.

Οι επίμαχες διατάξεις

Το υπουργείο Οικονομικών σε συνεργασία με τα τεχνικά κλιμάκια των δανειστών παλεύουν μήνες τώρα να φτιάξουν νέες διατάξεις οι οποίες θα εξορθολογίζουν τα πρόστιμα, αυξάνοντας παράλληλα τις ποινικές κυρώσεις για τους φοροφυγάδες, για τους οποίους επιδιώκεται να μην αποστέλλονται συλλήβδην στα δικαστήρια. Μέχρι εδώ καλά.

Το νομοσχέδιο όμως το οποίο κατατέθηκε στη Βουλή, όπως επισημαίνουν έγκριτοι νομικοί και φοροτεχνικοί, «μπάζει» στο μέτωπο των προστίμων.

Κι αυτό γιατί:

1. Με τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 5 περίπτωση γ, «καταργείται η περίπτωση θ' της παραγράφου 1 του άρθρου 54 του ν. 4174/2013». Η συγκεκριμένη διάταξη ήταν αυτή η οποία προέβλεπε την επιβολή προστίμων 250-500 ευρώ, ανάλογα με τον τύπο των τηρούμενων βιβλίων στην περίπτωση μη έκδοσης αποδείξεων, με μέγιστο όριο προστίμου τις 30.000 ευρώ. Η διάταξη αυτή φεύγει από το τραπέζι.

2. Με την παράγραφο 10 του ίδιου άρθρου προστίθεται νέο άρθρο 58Α στο νόμο 4174/2013, σύμφωνα με το οποίο «σε περίπτωση μη έκδοσης φορολογικού στοιχείου ή έκδοσης ή λήψης ανακριβούς στοιχείου για πράξη που επιβαρύνεται με ΦΠΑ, επιβάλλεται πρόστιμο 50% επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο, ή επί της διαφοράς αντίστοιχα».

Το «κλειδί», σύμφωνα με τους ειδικούς, είναι η φράση «για πράξη που επιβαρύνεται με ΦΠΑ». Αυτόματα, σε κάθε πράξη η οποία δεν επιβαρύνεται με ΦΠΑ, είτε διότι εξαιρείται η συγκεκριμένη υπηρεσία (όπως οι ιατρικές υπηρεσίες), είτε διότι υπάρχει απαλλαγή λόγω περιορισμένου τζίρου, η μη έκδοση απόδειξης δεν επισύρει το παραμικρό διοικητικό πρόστιμο.

Υπάρχουν βέβαια τα ποινικά. Μόνο που για να ενεργοποιηθεί η διαδικασία των ενδεχόμενων ποινικών κυρώσεων, θα πρέπει να διαπιστωθεί η μη έκδοση αποδείξεων άνω των 10.000 ευρώ, για να απειληθεί ο παραβάτης με ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης ενός έτους.

Προβλήματα εφαρμογής

Οι ίδιες πηγές υποδεικνύουν και πρακτικά προβλήματα τα οποία θα ανακύψουν κατά την επιβολή προστίμων, σε υπόχρεους σε ΦΠΑ. Για παράδειγμα σε ένα νυχτερινό κέντρο. Γίνεται έλεγχος και διαπιστώνεται ότι δεν έχει εκδοθεί καμία απόδειξη, την ώρα που βρίσκονται στο μαγαζί 200 πελάτες. Ο ένας πίνει απλώς ένα ποτό, ο άλλος έχει ανοίξει μπουκάλι, ο τρίτος δέκα σαμπάνιες. Το πρώτο θέμα που ανακύπτει, είναι το άθροισμα της κατανάλωσης επί της οποίας δεν εκδόθηκαν αποδείξεις για να επιβληθεί ο φόρος.

Στο σημείο αυτό, αρμόδιες πηγές επισημαίνουν ότι στο εξωτερικό -από όπου πιθανόν έχει αντιγραφεί το μοντέλο- υπάρχει πρόβλεψη νόμου να μπορεί να γίνει εκτίμηση φόρου με βάση τον τζίρο του αντίστοιχου περυσινού μήνα για παράδειγμα. Εδώ, ελλείψει ανάλογης διάταξης, θα πρέπει με κάποιο τρόπο ο ελεγκτής να προσδιορίσει με σχετική ασφάλεια το ύψος του φόρου, για να βγάλει στη συνέχεια το ύψος του προστίμου. Υπάρχει το εργαλείο του εκτιμώμενου φόρου, το οποίο όμως με τη σημερινή του νομική υπόσταση αφορά μόνο στην περίπτωση μη υποβολής δηλώσεων.

Αν υποθέσουμε, ότι με κάποιο τρόπο, σχετικά εύκολα ο ελεγκτής διαπιστώνει ότι οι 200 πελάτες έχουν κατανάλωση 6.000 ευρώ συν ΦΠΑ 1.380 ευρώ, το πρόστιμο που μπορεί να επιβληθεί με βάση τις νέες διατάξεις είναι 690 ευρώ. Με τις ισχύουσες διατάξεις, το πρόστιμο θα ήταν 30.000 ευρώ (250 επί 200 αποδείξεις ανεβαίνει στα 50.000 ευρώ, αλλά πέφτει στο πλαφόν). Η μείωση του προστίμου είναι δραστική, «συμφέρει» θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς, αλλά στην περίπτωση της μεγάλης φοροδιαφυγής υπάρχει ο κίνδυνος ο παραβάτης να απειληθεί με ποινή φυλάκισης. Τα πρόστιμα, σε κάθε περίπτωση όμως, είναι «εξορθολογισμένα».

Πηγή: euro2day.gr